Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ηρωισμό του εξεγερμένου και τον συμβιβασμό του επαναστατημένου. Ο εξεγερμένος αναμετριέται με τον αφανισμό πραγματικά. Στοχεύει τον θάνατο και αφανίζεται. Ο επαναστατημένος δεν αφανίζεται γιατί έχει ως στόχο και τη νίκη και τον έπαθλο. Υπάρχουν δύο φυλές ανθρώπων. Η μία σκοτώνει μία φορά και πληρώνει με τη ζωή της και η άλλη δικαιολογεί εκατομμύρια δολοφονιών και πληρώνει με δόξα και τιμή.
Πράγματα που χάνουν όταν ζωγραφίζονται. Τα γαρύφαλλα, τα λουλούδια της κερασιάς, τα κίτρινα τριαντάφυλλα. Οι άντρες και οι γυναίκες που παινεύονται στις ερωτικές ιστορίες για την ομορφιά τους. Πράγματα που κερδίζουν όταν ζωγραφίζονται. Τα πεύκα. Οι φθινοπωρινοί αγροί. Τα χωριά και τα μονοπάτια του βουνού. Οι γερανοί και τα ελάφια. Μία πολύ κρύα χειμωνιάτικη σκηνή. Μία ανυπόφορα ζεστή καλοκαιρινή σκηνή. Σέι Σοναγκόν Το βιβλίο του μαξιλαριού
«Τί σημαίνει για μένα να είμαι συγγραφέας; Σημαίνει απλώς το να είμαι πιστός στη φαντασία μου. Όταν γράφω κάτι, το σκέφτομαι όχι ως πραγματικά αληθινό, αλλά ως αληθινό ως προς κάτι βαθύτερο. Όταν καταστρώνω μια πλοκή, τη γράφω γιατί κατά κάποιον τρόπο πιστεύω σ’ αυτήν – όχι όπως πιστεύει κάποιος στην ιστορία αλλά όπως πιστεύει σε ένα όνειρο ή σε μια ιδέα». Χορχέ Λουίς Μπόρχες
Ο κύριος Κ. δεν αγαπούσε τις γάτες. Δεν του φαινόνταν σαν να ήταν φίλοι του ανθρώπου, γιαυτό και εκείνος δεν ήταν δικός τους φίλος. Μα του κυρίου Κ. δεν του άρεσε να διώχνει τις γάτες από την καρέκλα του. «Το να αναπαύεσαι είναι μία δουλειά» έλεγε, «πρέπει λοιπόν να πετύχει».
Ο κύριος Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. «Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου», του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. «Ωχ», έκανε ο κύριος Κ. και χλώμιασε.
Μπέρτολτ Μπρέχτ από το «Ιστορίες του κυρίου Κουνερ»
-Σκάλιζε τα δόντια του μ’ εκείνο το αγκάθι, σαν να μην ήξερε να κάνει τίποτ’ άλλο. Άφηνε το αγκάθι δίπλα στο πιάτο του και, μόλις σταματούσε να μασάει, ξανάπιανε δουλειά. Ώρες ολόκληρες, από πάνω προς τα κάτω, από κάτω προς τα πάνω, από δεξιά προς τα αριστερά και από αριστερά προς τα δεξιά, από μπρός προς τα πίσω και από πίσω προς τα μπρός. Ανασήκωνε το πάνω χείλος του, σα λαγός, και αποκάλυπτε, έναν έναν, τους κιτρινισμένους κοπτήρες του, ώσπου να ματώσει λιγουλάκι, όχι πολύ. Άρπαξα κι εγώ το αγκάθι και του το κάρφωσα στο λαιμό. Πνιγόταν μέχρι Δευτέρας Παρουσίας. Τον κοιτούσα στα μάτια – δεν είχα πρόβλημα : τα γουρούνια είναι για να τα αφάζουμε.
-Για να δούμε τώρα : θ’ απεργήσει ξανά ;
-Με έκαψε με το τσιγάρο του – και με έκαψε πολύ. Δε λέω πως το ήθελε, αλλά, όπως και να το κάνουμε, ο πόνος είναι πόνος. Με έκαψε με πόνεσε, θόλωσα, τον σκότωσα. Ούτε κι εγώ το ’θελα αλλά κρατούσα εκείνο το μπουκάλι…
-Ξεχάστηκε. Έτσι απλά : ξεχάστηκε. Κι ήταν σημαντικό, όχι όμως και ζήτημα ζωής και θανάτου (αν και τελικά, γι’ αυτόν έγινε). «Ρε αδερφέ, ξεχάστηκα!» Ξεχάστηκε ! Τώρα, δεν θα ξαναξεχαστεί ποτέ ποια.
-Αρνιόταν ότι του είχα δανείσει τον τέταρτο τόμο…Τώρα έχει μια τρύπα στην κοιλιά του σαν φωλιά.
-Εμένα κανείς δε με πιάνει κορόιδο – πόσο μάλλον αυτός.
Ο καθρέφτης του Ταμερλάνου Βρισκόταν στο παλάτι του Ταμερλάνου ο Ναστραδίν Χότζας, όταν κάποιος έφερε στον χαλίφη δώρο έναν καθρέφτη. Εκείνος, μόλις κοίταξε τον καθρέφτη, θωρώντας τη μεγάλη ασχήμια του άρχισε να κλαίει για ώρα απαρηγόρητος. Το ίδιο όμως έκανε και ο Ναστραδίν, συνέχισε μάλιστα να κλαίει με λυγμούς ακόμα και όταν ο σουλτάνος έπαψε. Συγκινημένος τότε ο Ταμερλάνος από τη συμπεριφορά αυτή του Χότζα, τον ρώτησε : - Ήξερα πόσο αφοσιωμένος μου είσαι, αλλά σήμερα βεβαιώθηκα με το παραπάνω. Πες μου όμως, γιατί συνέχισες να κλαις γοερά, ακόμα και όταν εγώ έπαψα ; Και ο Χότζας : - Αφέντη μου, εσύ λίγο είδες το μούτρο σου και έβαλες τα κλάματα. Εγώ ο δούλος σου που σε βλέπω όλη μέρα δεν έπρεπε να κλάψω ποιο πολύ ;
Words move, music moves Only in time; but that which is only living Can only die. Words, after speech, reach Into the silence. Only by the form, the pattern, Can words or music reach The stillness, as a Chinese jar still Moves perpetually in its stillness. Not the stillness of the violin, while the note lasts, Not that only, but the co-existence, Or say that the end precedes the beginning, And the end and the beginning were always there Before the beginning and after the end. And all is always now. Words strain, Crack and sometimes break, under the burden, Under the tension, slip, slide, perish, Decay with imprecision, will not stay in place, Will not stay still. Shrieking voices Scolding, mocking, or merely chattering, Always assail them. The Word in the desert Is most attacked by voices of temptation, The crying shadow in the funeral dance, The loud lament of the disconsolate chimera.
T. S. Eliot - Four Quartets (fragment)
image- Arnold Böcklin- Self-Portrait with Death Playing the Violin,1872
Ποιος μπορεί να σταματήσει το χορό της; Να διακόψει τη μουσική που πάλλεται στο δικό της ρυθμό. Ποιος μπορεί να σταματήσει την κίνησή της; Τη σχέση της με το έδαφος και το κενό. Στάσου λίγο πιο πέρα και μπες στο βλέμμα της. Θα χορέψει τους πόνους σου σαν να ήταν δικοί της. ...και η κάθε φιγούρα της...η κάθε σου ανάμνηση.
Γιατί οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να χαρούν όλα μέσα σε μια και μόνη στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή λένε κοινότοπα πράματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών.
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων. Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι. Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού να συνεφέρουν με χαστούκια όσους λιποθύμησαν μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Αρης Αλεξάνδρου
φωτογραφία - W. Eugene Smith, Mad Hands (hands reaching through bars), 1958-59.
Τους είπα ότι χωρίς βιβλία για διάβασμα, η ζωή τα βράδια στις αιγυπτιακές εξοχικές επαύλεις θα πρέπει να είναι βαρετή και ότι μία άνετη καρέκλα και ένα καλό βιβλίο σε μία δροσερή βεράντα θα έκανε τη ζωή πολύ πιο ευχάριστη. Ο φίλος μου αμέσως μου είπε : «Δεν πιστεύω να νομίζεις πως σε αυτή τη περιοχή δεν θα πυροβολούσαν το αφεντικό που θα τολμούσε να καθίσει στη βεράντα του μετά το γεύμα έχοντας ένα ζωηρό φως πάνω από το κεφάλι του; ».
Λόγoς (και αφήγηση στο λαό του) από τον φύλαρχο Τουιάβιι, από το νησί Τιαβέα-Σαμόα, μετά από ένα ταξίδι του στην Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα, που τα κατέγραψε ένας ιεραπόστολος. Ως Παπαλάνγκι αναφέρεται ο λευκός, ο ξένος, ο Ευρωπαίος, ο σύγχρονος άνθρωπος.
Ο Παπαλάνγκι άγαπάει πολύ το στρογγυλό μέταλλο και το βαρύ χαρτί, όμως αγαπάει και αυτό που δεν πιάνεται και που όμως υπάρχει - το χρόνο. Κάνει πολύ φασαρία και λέει πολλές ανοησίες γι ' αυτόν . Παρόλο που ο χρόνος ποτέ δεν είναι περισσότερος απ' όσο χωράει στο διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ήλιου, για τον Παπαλάνγκι ποτέ δεν είναι αρκετός. Ο Παπαλάνγκι είναι μόνιμα δυσαρεστημένος μέ το χρόνο του και κατηγορεί το μεγάλο Πνεύμα που δεν του έχει δώσει περισσότερο. Βλαστημάει μάλιστα το θεό και τη μεγάλη του σοφία, χωρίζοντας και κατα- κομματιάζοντας κάθε νέα μέρα σύμφωνα μ'ένα ορισμένο σχέδιο. τον κατακόβει ακριβώς όπως όταν κόβουμε εμείς μ' ένα μεγάλο σουγιά σταυρωτά μιά μαλακιά καρύδα. Όλα τα κομμάτια έχουν τ' όνομά τους: δευτερόλεπτο, λεπτό, ώρα. Το δευτερόλεπτο είναι μικρότερο από το λεπτό κι αυτό μικρότερο από την ώρα' όλα μαζί κάνουν την ώρα και θα πρέπει κανείς να έχει εξήντα λεπτά και πολύ περισσότερα ακόμη δευτερόλεπτα για να έχει τόσα όσα και μια ώρα. Αυτό είναι μια μπερδεμένη υπόθεση, που ποτέ δεν καλοκατάλαβα, γιατί μ' αηδιάζει να ξοδεύω περισσότερες σκέψεις απ' όσες είναι απαραίτητες για τέτοια αιδιάστικα πράγματα. Ο Παπαλάνγκι όμως τάχει κάνει επιστήμη. Οι άντρες, οι γυναίκες και ακόμη και τα παιδιά, που μόλις μπορούν και στέκονται όρθια, φοράν στο πανί τους, δεμένη με χοντρή μετάλλινη αλυσίδα και κρεμασμένη στο λαιμό ή δεμένη με ένα λουρί στον καρπό του χεριού, μια μικρή, επίπεδη. στρογγυλή μηχανή, απ' όπου μπορούν να διαβάζουν το χρόνο. Αυτό το διάβασμα δεν είναι εύκολο. Κάνουν εξάσκηση με τα παιδιά, κρατώντας τη μηχανή στ' αυτί τους, ώστε να τους γεννηθεί η επιθυμία να μάθουν να διαβάζουν το χρόνο. Μιά τέτοια μηχανή, που μπορεί κανείς εύκολα να τη σηκώσει πάνω σε δύο δάχτυλα, είναι μέσα στην κοιλιά της όμοια με τις μηχανές στην κοιλιά των μεγάλων πλοίων, που όλοι σας γνωρίζετε. Υπάρχουν όμως και μεγάλες και βαριές χρονομηχανές. Αυτές βρίσκονται στο εσωτερικό της καλύβας ή κρέμονται στην πιό ψηλή κορφή του σπιτιού για να φαίνονται από πολύ μακριά. Όταν έχει περάσει ένα μέρος του χρόνου, αυτό το δείχνουν κάτι μικρά δάχτυλα στην εξωτερική πλευρά της μηχανής, ενώ ταυτόχρονα αυτή κράζει ένα, πνεύμα και χτυπάει πάνω στο σίδερο μέσα στην καρδιά της. Ένα τρομερό βουητό και σαματάς ακούγεται σε μια ευρωπαϊκή πόλη όταν ένα μέρος του χρόνου έχει περάσει. Όταν ο Παπαλάνγκι ακούει αυτόν το χρονοθόρυβο, παραπονιέται: «Κρίμα, που πέρασε πάλι μια ώρα» . Συνήθως παίρνει και θλιμμένο ύφος σαν κά- ποιον άνθρωπο που κουβαλάει μέσα του μεγάλη δυστυχία παρ' όλο που την ίδια στιγμή αρχίζει μιά εντελώς φρέσκια ώρα. Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα, σκέφτομαι μόνο ότι θα είναι μια βαριά αρρώστια. «Ο χρόνος μ' αποφεύγει!» - «Ο χρόνος τρέχει σαν το άλογο!» - «Δώσε μου λίγο χρόνο» - Έτσι παραπονιέται ο λευκός άνθρωπος. Εγώ λέω ότι αυτό θα είναι ένα είδος αρρώστιας, γιατί όταν ο λευκός έχει διάθεση να κάνει κάτι, όταν η καρδιά του λαχταράει ας πούμε να βγει στον ήλιο ή να κάνει βόλτα με το κανό στο ποτάμι ή να κάνει έρωτα με το κορίτσι του, τότε συνήθως καταστρέφει το κέφι του, επιμένοντας να σκέφτεται: Εμένα δεν μούλαχε χρόνος γιά να 'μαι χαρούμενος. Ο χρόνος υπάρχει, αυτός όμως δεν τον βλέπει, όση καλή διάθεση κι αν έχει. Αναφέρει χιλιάδες πράγματα, που του παίρνουν το χρόνο, κάθεται γκρινιάζοντας και παραπονούμενος πάνω σε μιά δουλειά, γιά την οποία δεν έχει όρεξη, η οποία δεν τον ευχαριστεί, τήν οποία κανένας δεν τον αναγκάζει να την κάνει εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Αν όμως ξαφνικά αντιληφθεί ότι έχει χρόνο, ότι κι όμως ο χρόνος υπάρχει, ή αν του δώσει κάποιος άλλος χρόνο - οι Παπαλάνγκι δίνουν συχνα ο ένας στον άλλο χρόνο, τίποτα μάλιστα δεν εκτιμάται περισσότερο από αυτήν την πράξη - τότε του λείπει πάλι η διάθεση ή είναι κουρασμένος απο τη δουλειά και χωρίς κέφι. και πάντα αναβάλλει γιά αύριο αυτό γιά το οποίο σήμερα δεν έχει χρόνο. Υπάρχουν Παπαλάνγκι που ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν έχουν χρόνο. Τριγυρνάν ζαβλακωμένοι εδώ κι εκεί σαν να τους έχει καβαλήσει ο Αιτού και όπου και να πάνε κάνουν σαν να τους βρήκε καταστροφή και όλεθρος, επειδή έχασαν το χρόνο τους. Αυτή η μανία είναι μια φριχτη κατάσταση, μια αρρώστια, που κανένας γιατρός δεν μπορεί να γιατρέψει, που μεταδίδεται σε πολλούς ανθρώπους και τούς εξαθλιώνει. Επειδή ο κάθε Παπαλάνγκι διακατέχεται από το φόβο για το χρόνο του, ξέρει πάντα με μεγάλη ακρίβεια, και όχι μόνο κάθε άντρας, αλλά και κάθε γυναίκα και κάθε μικρό παιδί, πόσες ανατολές της σελήνης και του ήλιου έχουν περάσει από τότε που πρωταντίκρυσε το μεγάλο φώς. Αυτό μάλιστα παίζει ένα τόσο μεγάλο ρόλο, ώστε να γιορτάζεται με λουλούδια και με μεγάλα φαγοπότια κάθε φορά που έχει περάσει ένα ορισμένο, ίσο με τ' άλλα, χρονικό διάστημα. Πόσο συχνά ένιωσα ότι ντρέπονταν γιά μένα, επειδή όταν με ρωτούσαν πόσων χρονών είμαι, εγώ γελούσα και δεν ήξερα ν' απαντήσω. «Μά πρέπει να ξέρεις πόσων χρονών είσαι.»Εγώ σώπαινα και σκεφτόμουν: Ειναι καλύτερα να μην το ξέρω. Πόσων χρονών, σημαίνει πόσα φεγγάρια έχει ζήσει κανείς. Αυτό το μέτρημα και το ψάξιμο είναι γεμάτα κινδύνους, γιατί έτσι οι άνθρωποι μάθανε πόσα φεγγάρια διαρκεί συνήθως η ζωή τους. Ο καθένας λοιπόν προσέχει τώρα πάρα πολύ, κι όταν έχουν περάσει . πολλά φεγγάρια, λέει: «Τώρα πρέπει όπου να 'ναι να πεθάνω». Έτσι δεν νιώθει πια καμιά χαρά και πεθαίνει πραγματικά σύντομα. Στην Ευρώπη λίγοι μόνο άνθρωποι υπάρχουν που πραγματικά έχουν χρόνο. Ίσως και κανένας. Γι ' αυτό και οι περισσότεροι περνάν τροχάδην τη ζωή τους σαν μια πεταγμένη πέτρα. Όλοι σχεδόν, όταν περπατουν κοιτάζουν στο χώμα και τινάζουν τα χέρια τους προς τα εμπρός γιά να προχωρήσουν όσο γίνεται γρηγορότερα. Αν τους σταματήσει κανείς, λένε δυσαρεστημένοι: «Τι θέλεις και μ' ενοχλείς; δεν έχω χρόνο, κοίτα πως θα εκμεταλλευτείς κι εσύ τον δικό σου». Συμπεριφέρνονται στ' αλήθεια, σαν να νομίζουν ότι ένας άνθρωπος που βαδίζει γρήγορα είναι πιό αξιόλογος και πιο γενναίος από αυτόν που βαδιζει αργά. Έχω δεί έναν άντρα που το κεφάλι του κόντευε να σπάσει, που στριφογύριζε τα μάτια του κι άνοιγε το στόμα του σαν ψάρι που πεθαίνει, που είχε γίνει κοκκινοπράσινος και χτυπιόταν με χέρια και με πόδια, μόνο και μόνο επειδή ο υπηρέτης του ήρθε μιάν ανάσα αργότερα απ' ότι είχε υποσχεθεί. Η ανάσα ήταν γι 'αυτόν μεγάλη απώλεια, που δεν σήκωνε συγγνώμη. Ο υπηρέτης εξαναγκάστηκε να φύγει απο τήν καλύβα του, ο Παπαλάνγκι τον έδιωχνε, φωνάζοντας: « Αρκετό χρόνο μού 'χεις κλέψει. Ένας άνθρωπος που δεν σέβεται το χρόνο, δεν αξίζει τίποτα». Μόνο μιά και μοναδική φορά συνάντησα κάποιον άνθρωπο που είχε πολύ χρόνο, που δεν παραπονιότανε ποτέ ότι του λειπει' αυτός όμως ήταν φτωχος, βρώμικος και περιφρονημένος. Οι άνθρωποι απόφευγαν να περάσουν από δίπλα του, και κανένας δεν τον πρόσεχε. Εγώ δεν καταλάβαινα αυτή τη συμπεριφορά, γιατί το βάδισμά του ήταν χωρίς βιασύνη και τα μάτια του είχαν ένα ήρεμο, φιλικό χαμόγελο. Όταν τον ρώτησα, το πρόσωπο του συσπάστηκε και είπε θλιμμένα: «Ποτέ δεν ήξερα να εκμεταλλευτώ το χρόνο μου, γι' αυτό και είμαι ένας φτωχός, περιφρονημένος φουκαράς». Ο άνθρωπος αυτός είχε χρόνο, κι αυτός όμως δεν ήταν ευτυχισμένος. Ο Παπαλάνγκι ξοδεύει όλη του τη δύναμη και στρέφει όλες του τις σκέψεις στο πως θά μπορέσει να κάνει το χρόνο όσο το δυνατό πιό ταχύ. Χρησιμοποιεί το νερό και τη φωτιά, τη θύελλα και τις αστραπές του ουρανού για να σταματήσει το χρόνο. Βάζει σιδερένιους τροχούς κάτω από τα πόδια του και δίνει στα λόγια του φτερά γιά να 'χει περισσότερο χρονο. -Και πρός τι όλος αυτός ο κόπος; Τι κάνει ο Παπαλάνγκι με το χρόνο του; - Ποτέ δεν μπόρεσα να τ' ανακαλύψω, παρ' όλο που , αυτός λέει πάντα πολλά λόγια και κάνει μεγάλες χειρονομιες σαν να τον έχει καλέσει το μεγάλο Πνευμα σέ Φόνο. Πιστεύω ότι ο χρόνος ξεγλιστρά από τα χέρια του σαν το φίδι στην υγρή παλάμη, ακριβώς επειδή τον κρατά πολύ σφιχτά. δεν τον αφήνει να συνέλθει. τον κυνηγά πάντα με απλωμένα χέρια, δεν τον αφήνει να ησυχάσει, να ξαπλωθεί στον ήλιο. Θέλει ο χρόνος να 'ναι πάντα κοντά του, τον θέλει να τραγουδά και να μιλά. Ο χρόνος όμως είναι σιωπηλός και ειρηνικός και αγαπά την ησυχία και το άραγμα στο στρώμα. Ο Παπαλάνγκι δεν έχει καταλάβει τι είναι ο χρόνος, δεν τον έχει αντιληφθεί σωστά και γι ' αυτό τον κακοποιεί με τις ωμές του συνήθειες.
Ποιος πρόγονος ξυπνάει μέσα μου ; Δεν μπορώ να ζω ταυτόχρονα στο μυαλό και στο σώμα μου ˙ Γιαυτό δεν καταφέρνω να είμαι ένα ενιαίο πρόσωπο. Μπορώ να νοιώθω άπειρα πράγματα ταυτοχρόνως. Το κακό σήμερα είναι ότι δεν υπάρχουν πια μεγάλοι δάσκαλοι. Ο δρόμος της καρδιάς μας σκεπάστηκε από σκιά. Πρέπει να ακούμε τις φωνές που μοιάζουν άχρηστες ! Πρέπει στα μυαλά μας, μέσα από αγωγούς υπονόμων, μέσα από σχολικούς τοίχους και οδικές αρτηρίες να εισχωρήσει ο βόμβος των εντόμων ! Να γεμίσουμε τα μάτια μας και τα αυτιά μας με όλα αυτά που συνιστούν την απαρχή ενός μεγάλου ονείρου ! Κάποιος να φωνάξει ότι θα χτίσουμε τις πυραμίδες ˙ και αν δεν χτιστούν αρκεί να τροφοδοτούν την επιθυμία. Πρέπει να τεντώσουμε την ψυχή μας από άκρη σε άκρη, σαν σεντόνι που διαστέλλεται στο άπειρο. Αν θέλετε να πάει μπροστά ο κόσμος, ας πιαστούμε από το χέρι “ασθενείς” και “υγιείς” μαζί. Εσείς “οι υγιείς” έχει νόημα για εσάς αυτή η υγεία ; Τα μάτια της ανθρωπότητας είναι καρφωμένα στο χάος, όπου όλοι όρμάμε να γκρεμιστούμε. Σε τι χρησιμεύει η ελευθερία αν δεν τολμάτε να μας κοιτάξετε στα κατάματα ; Σε τι χρησιμεύει η ελευθερία αν δεν τολμάτε να φάτε και να πιείτε μαζί μας ; Οι λεγόμενοι “υγιείς” οδήγησαν τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής. Άνθρωπε άκου, μέσα σου είναι το νερό και η φωτιά, η τέφρα και τα κόκαλα που αναδύονται από την τέφρα. Τέφρα και κόκαλα. Που βρίσκομαι αφού δεν ζω ούτε στη πραγματικότητα ούτε στη φαντασία μου ; Κλείνω νέα συμφωνία με τον κόσμο. Να βγαίνει ο ήλιος τη νύχτα και να χιονίζει τον Αύγουστο ! Όλα τα μεγάλα τελειώνουν, μόνο τα μικρά διαρκούν. Η κοινωνία πρέπει να ενωθεί και όχι να διασπάται. Από τη φύση φαίνεται πόσο απλή είναι η ζωή και ότι αυτό που χρειάζεται είναι να επιστρέψουμε στο αρχικό σημείο, από όπου εσείς πήρατε λάθος δρόμο. Να επιστρέψουμε στις απαρχές της ζωής χωρίς να βρωμίσουμε το νερό. Τι κόσμος είναι αυτός που αφήνει να σας φωνάζει ένας τρελός : «ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ».
Αλήτης Ο αλήτης (από το αλάομαι) είναι ο περιθωριακός τύπος, ο περιπλανώμενος, ο πλάνητας, ο περιφερόμενος, αυτός που περιθέει στο περιθώριο. Περιθέω σημαίνει περιτρέχω και αλήτης είναι αυτός που πορεύεται ολόγυρα, τρέχει ολόγυρα για να έχει συνολική θέα. Το περι-θώριον είναι το περι- θεώριον, το θεωρείον, δηλαδή τόπος για θέα, του απαιτητικού θεατή που από αγάπη για την γνώση, περιθέει και θεωρεί από όλες τις πλευρές, από όλες τις οπτικές γωνιές, τα δρώμενα, ικανοποιώντας έτσι τις θεωρητικές του ανάγκες στην κοινωνία. Ο περι-θέων, όμως, στο περι-θώριο, επειδή έχει "θράσος" να θεωρεί, για να διαμορφώνει τη δική του, την προσωπική του άποψη, αρνούμενος πίστη στα από καθ' έδρας θέσφατα (από το θεός + φημί, που σημαίνει λέγω) στα "θέσφατα παλαίφατα" του Ομήρου, στα θεόρρητα, στα παλαιά θεία λόγια που διακηρύσσουν διάφοροι θεόπεμπτοι τιτλούχοι από την έδρα τους, χαρακτηρίζεται, κυρίως απ' αυτούς, ως άνθρωπος του περιθωρίου, περιθωριακός και αλήτης. Αυτό όμως είναι άδικο, γλωσσικά τουλάχιστον. Στα χρόνια του Ομήρου, τον βετεράνο της Τροίας, τον τυχοδιώκτη, αυτόν που άλωνε από εδώ και από εκεί, τον έλεγαν οι τότε θεόπεμπτοι Fάνακες, Άνακτες, Βασιλείς, Διοτρεφείς, αφρήτρορα (από το στερητικό α + φρήτρη, που είναι η φατρία), επειδή δεν κράταγε από σόι, από γνωστή ηρωική γενιά, και ανέστιο, χωρίς εστία, χωρίς δικό του σπίτι και γι' αυτό αθεμίστιο [Θέμις (από το τίθημι, απ' όπου ο θεσμός), είναι η προστάτιδα θεά της νομιμότητας και θεμιστεύω πάει να πεί δικάζω, κρίνω και χρησμοδοτώ άνθρωπο άνομο, ασεβή, άδικο και ανίερο. Ο αλήτης πλανάται "θεωρίης είνεκεν" για να δει τι γίνεται στα πέριξ. Δεν μένει απλανής, αλητεύει ικανοποιώντας έτσι τις θεωρητικές του ανάγκες. Άλη λέγεται η περιπλάνηση του αλήτη, περιπλάνηση χωρίς εστία, χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο. Ακόμα άλη ονομάζεται η περιπλάνηση του πνεύματος, η θεία περιφορά του πνεύματος, η αλή-θεια, την οποία ο Πλάτων στον Κρατύλο παρετυμολογεί απ' αυτή τη θεία περιφορά του νου, τη Θεία άλη. Ο αλήτης θεωρεί ζητώντας την αλήθεια.