Υπάρχουν ζωγραφισμένα τοπία που τα διασχίζουμε ή που τα παρατηρούμε με προσοχή˙ άλλα όπου θα ήθελε κανείς να ζήσει ή να μείνει εκεί. Όλα αυτά τα τοπία φτάνουν σε ένα βαθμό τελειότητας. Αυτά όμως στα οποία θα ήθελε κανείς να ζήσει είναι ανώτερα από όλα τα άλλα.
Μία ημέρα ο Τού Φού (712 – 770), εμφανίστηκε με κουρέλια μπροστά στο αυτοκράτορα δηλώνοντας όχι χωρίς κάποια δόση ειρωνείας : «Πράσινα σανδάλια επισκέπτονται Γιό Ουρανού».
Για τους Ινουίτ (Εσκιμώοι), η θάλασσα είναι ζωή. Η γη είναι το αλλού. Η θάλασσα με τις φάλαινες, τις φώκιες και τα ψάρια μας φέρνει τροφή, ρουχισμό, υλικό για τα πλοία και τα χειροτεχνήματά μας, που τα φτιάχνουμε από δόντια θαλασσίων ίππων και πέτρες γυαλισμένες από τη θάλασσα. Το να είσαι ψαράς σημαίνει να ζεις και κυρίως να μοιράζεσαι με τη φαμίλια σου, με τις φαμίλιες του χωριού. Θάλασσα σημαίνει να μοιράζεσαι, να ζεις ως κοινότητα. Δεν υπάρχουν δρόμοι ανάμεσα στις πόλεις έτσι ταξιδεύουμε με τις πιρόγες μας για να επισκεφτούμε τους φίλους μας, ή για να αποθηκεύσουμε το κρέας από το κυνήγι. Η κατασκευή ενός πλοίου (ουμιάκ)είναι κοινοτικό έργο, όλοι συμμετέχουν και γενικά οι άνθρωποι είναι πάντα μαζί, μοιράζονται τα πάντα και κανείς δεν εγκαταλείπει κανένα. Εύχομαι τα παιδιά μας να διατηρήσουν τη στοργή, την ανθρώπινη καλοσύνη και το αίσθημα πως είμαστε μια μεγάλη οικογένεια.
Στην Ιαπωνία αγαπούν πάρα πολύ την ομαδική ζωή σε σημείο να δυσκολεύονται πάρα πολύ να αποκοπούν από την ομάδα παίρνοντας πρωτοβουλίες. Κατά κάποιο τρόπο αισθάνονται ότι το να ενεργείς ανεξάρτητα είναι προδοσία. Ντρέπονται να κάνουν οτιδήποτε μόνοι τους.
Αυτό που έχει σημασία με τις κινήσεις δεν είναι αυτό που νομίζουμε ότι εκπέμπουμε, αλλά το ποιά σήματα δέχονται οι άλλοι. Οι παρατηρητές των πράξεών μας θα διακρίνουν μεταξύ των ηθελημένων πρωταρχικών κινήσεών μας και των αθέλητων περιστασιακών. Κατά κάποιο τρόπο, οι περιστασιακές κινήσεις μας είναι οι πλέον διαφωτιστικές, για το γεγονός και μόνο ότι δεν τις σκεπτόμαστε ως κινήσεις και συνεπώς δεν τις λογοκρίνουμε ούτε τις χαλιναγωγούμε τόσο αυστηρά.
Ένας μανδαρίνος ήταν ερωτευμένος με μία εταίρα. «Θα γίνω δική σου» του είπε, «μόνο αν με περιμένεις εκατό νύχτες καθισμένος σε ένα σκαμνί στο κήπο μου, κάτω από το παράθυρό μου». Αλλά την ενενηκοστή ένατη νύχτα, ο μανδαρίνος σηκώθηκε, πήρε το σκαμνί του και έφυγε.
Οι κινέζοι εκτιμούν τη ποιότητα του χρόνου με τον ίδιο τρόπο που εκτιμούν το τσάι, το πιπέρι, το μετάξι ή οποιοδήποτε άλλο από τα χίλια δυο πράγματα που ομορφαίνουν τη ζωή . Ο χρόνος έρχεται φεύγει και επιστρέφει : ο χρόνος του κλαδιού της δαμασκηνιάς, του βλαστού του ινδοκάλαμου, του φύλλου του σφενταμιού και των κλαδιών του πεύκου, ο χρόνος της άγριας κραυγής της χήνας, του γλυκού τραγουδιού του συκοφάγου, της φωνής του ορτυκιού.
Ένας γέρος ναύτης άκουσε κάποτε να λένε ότι κάτω από το Βόρειο Πόλο υπήρχε μια τρομερή ρουφήχτρα που στο κέντρο της υπήρχε μια τρομερή απύθμενη άβυσσος, μέσα στην οποία χύνονταν όλα τα νερά αυτών των θαλασσών και επικοινωνούσαν μέσω του κέντρου της γης με τις θάλασσες που είναι κάτω από το Νότιο Πόλο.
Le passage du pole arctique au pole antarctique (1780)
Είναι παιδιά που μεγάλωσαν στο Μοντεβιδέο ή στα γειτονικά χωριά.. Πασχίζουν να κρύψουν ένα κουρελιασμένο πουκάμισο ή και ένα ακόμα χειρότερο κουστούμι κάτω από κάνα δύο πόντσο, που τα χρησιμοποιούν και για στρωσίδια που στρώνουν στο άλογό τους. Περιπλανιούνται κατά τα κέφια τους και περνάνε εβδομάδες ολόκληρες ξαπλωμένοι σε προβιές, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας. Όταν θελήσουν να φάνε σκοτώνουν μια αγελάδα, της αφαιρούν τα εντόσθια μαζί με όλο το λίπος που τα συγκρατεί στη κοιλιά, και με ένα μόνο αναμμένο κάρβουνο ή ένα κομμάτι ξερή κοπριά βάζουν στο λίπος αυτό φωτιά, που όταν ανάβει και μεταδίδεται στο λιπαρό μέρος του σώματος και στα κόκαλα δημιουργεί τεράστια φωταψία. Τότε κλείνουν ξανά τη κοιλιά του ζώου, αφήνοντας τη φωτιά να τραβάει από τα ρουθούνια και από το στόμα, και το αφήνουν έτσι ολόκληρη τη νύχτα για να ψηθεί καλά.
Lazarilo de ciegos caminantes του Alonso Cario de la Vendera
Ο φιλόσοφος Ίμπν Ρούσντ (Αβερόης) είπε «Εάν ένας σοφός πεθάνει στη Σεβίλλη και θέλουν να πουλήσουν τα βιβλία του, θα τα στείλουν στη Κόρδοβα, κι αν κάποιος θέλει να ξεφορτωθεί τα μουσικά του όργανα θα τα στείλει στη Σεβίλλη. Η Κόρδοβα είναι η πόλη με τα περισσότερα βιβλία στο κόσμο».
Τα γράμματα που γράφονται με ημιδιαφανή μελάνι σέπιας είναι διακοσμημένα με σχέδια που εξουδετερώνουν το κενό. Η ημιδιαφάνεια αντανακλά ένα απαλό, αισθησιακό κόσμο που ακτινοβολεί γαλήνη και ηρεμία. Μερικές φορές τα γράμματα σχεδιάζονται προς τα επάνω, σαν να πρόκειται να πετάξουν, άλλες φορές ησυχάζουν με σεμνότητα σα να αναπαύονται. Η καλλιγραφία γίνεται η γλώσσα του σώματος, εξηγώντας αυτό που ανεξήγητα υψώνεται σαν κύμα από τα βάθη της ψυχής του καλλιγράφου. Ο καλλιγράφος γίνεται ο χορογράφος των γραμμάτων και ο ρεμβασμός του γίνεται ορατός αποκαλύπτοντας το ανυπέρβλητο.
Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική φράση στη Ταϊλάνδη, Αυτή η διατύπωση καλύπτει όλες τις ατυχίες της ζωής. Δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριόμαστε, να ενοχλούμαστε ή να εκνευριζόμαστε, δεν υπάρχει λόγος να μετατρέπουμε τη ζωή μας σε τραγωδία. Mai pen arai
Κι’αν οι άνθρωποι χαμογελούν όταν αναγγέλλουν το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, δεν είναι επειδή είναι αναίσθητοι, αλλά επειδή εννοούν πως ότι συνέβη ήταν αναπόφευκτο. Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε φασαρία. Στην ουσία η ζωή είναι ένα παιχνίδι.
Στους αρχαίους χρόνους το επάγγελμα του σφουγγαρά ήταν πιο διαδεδομένο στην Ελλάδα από ότι είναι σήμερα. Τα σφουγγάρια χρησιμοποιούνταν με πολλούς και περίεργους τρόπους, π.χ. τα χρησιμοποιούσαν για να πίνουν νερό από πηγές βουτώντας τα μέσα ή σαν προστατευτικά μαξιλάρια κάτω από τις πανοπλίες για να μην πληγιάζουν.
Την άλλη μέρα ένα ταξίδι ανοίχτηκε μέσα στο νου μου κι έκλεισε πάλι σα ζωγραφισμένο βιβλίο˙ συλλογίστηκα να πηγαίνω κάθε βράδυ στ’ ακρογιάλι να μάθω πρώτα το ακρογιάλι κι έπειτα να πάρω το πέλαγο.
Τα κύματα έχασκαν βάραθρα, σκάβονταν, μανιασμένα από αφρό, διαπερασμένα από άλλα κύματα, αλλά στη πραγματικότητα αυτό το αδρανές νερό δεν ήταν ανασκαμμένο παρά από τον αέρα. Μόνο αυτό και τα σπάνια χορτάρια που πλαγιάζουν τρέμοντας σύριζα με τις θίνες, μαρτυρούσαν την ορμή του αόρατου κυρίου που δεν φανερώνει την παρουσία του παρά από τη βιαιότητα στην οποία υποβάλλει τα πράγματα. Αόρατος ήταν˙ και σιωπηλός˙ και πάλι τα κύματα που του χρησίμευαν σαν διερμηνέας, η βροντή τους που χτυπούσε βαριά τη μαλακιά γη.
Απηυδισμένοι από τα τελευταία, τα προτελευταία αλλά και τα επόμενα γεγονότα που θα επακολουθήσουν, έχουμε ζωστεί χιαστί τα χλεπακλίκια, και τα φτυστόλια μας είναι πανέτοιμα να αστράψουν.